Καλώς ήρθατε ! Ορισμένες κατηγορίες περιεχομένων δεν λειτουργούν προσωρινά, ή δεν είναι "πλήρεις". Foreigners are kindly requested to click : "Translated" at the above table of contents.

Σκελετός της Ιφιγένειας

Τον τελευταίο καιρό χάνω τη σκέψη μου. Τη νιώθω στιγμές – στιγμές να φεύγει και να δίνεται σα να χρωστώ σ' έναν παλιάνθρωπο τοκογλύφο, που μου την έδωσε μικρό – πολύ μικρό και τώρα την παίρνει αδίστακτα και πολλαπλάσια. Άλλοτε πάλι, προσπαθώ να συγκεντρωθώ : με κινήσεις κωμικές, τόσο στο σώμα όσο και στο μυαλό, συσπειρώνομαι, γίνομαι μια διάφανη σφαίρα. Τότε κρύβομαι κι απ' τους δικούς μου.
Θυμάμαι, πρώτη φορά που ένιωσα τη σκέψη μου να μακραίνει φλύαρα και επικίνδυνα πάνω σ' ένα βίωμα, ήταν σε μια ταφή. Κάποιος γνωστός είχε πεθάνει. Για την ακρίβεια είχε σκοτώσει τον εαυτό του κόβοντας τις φλέβες του. Όταν κατέβαζαν το φέρετρο τον έβλεπα καθαρά. Ήμουν ακριβώς από πάνω του. Ήταν πολύ χλωμός, σχεδόν μελανιασμένος μες στην ανοιξιάτικη γη.
Γύρω μου γνωστοί και άγνωστοι σπρώχνονταν με μια θανάσιμη περιέργεια που λίγο έλειψε να με ρίξουν μέσα. Εκείνη τη στιγμή ένιωσα πολύ χαλαρωμένος και αφέθηκα. Τα μάτια μου οδήγησαν τη σκέψη πάνω στο χέρι του. Ήταν ακόμα τυλιγμένο σφιχτά στον καρπό με μια γάζα. Έμεινα λοιπόν να παρακολουθώ το αργό λιώσιμο της γάζας αυτής μες στο χώμα. Και χάθηκα σ' όλους τους πιθανούς συλλογισμούς. Πως πρώτα θα 'λιωνε αυτή και μετά η σάρκα του ή το αντίθετο. Ακόμα πως το λιώσιμο μπορεί να γίνονταν και σύγχρονα. Σκεπτόμουν και το χρώμα της, που με την υγρασία θα γινόταν από άσπρο – γκρίζο και σταχτί ένα με τη σάρκα και το χώμα. Οπωσδήποτε κανένας νεκροθάφτης, ούτε ο πιο έμπειρος, δε θα μπορούσε να καταλάβει στην ανακομιδή πως αυτουνού τον καρπό τον τύλιγε μια γάζα, που μαζί με το θάνατο, συγκράτησε οριστικά την ακατάσχετη αιμορραγία.
Αργότερα πάλι, ταξιδεύοντας με το τραίνο, ένιωσα το ίδιο χαλαρά και αφημένος. Πήγαινα στο εστιατόριο τρικλίζοντας στο διάδρομο. Μπρος μου και πίσω σπρώχνονταν πολύς κόσμος μέσα σε βρώμικα χνότα και βαλίτσες. Η σκέψη μου συσπειρώνονταν μέσα στο πλήθος, τα μάτια μου σκαρφάλωναν
στα θολωμένα τζάμια και κοίταζαν το σκοτάδι μαγνητισμένα. Τότε ήρθε στο μυαλό μου μια άσχετη φράση, ίσως κάποιος ξεχασμένος στίχος ή φράση από παιδικό ανάγνωσμα «το τραίνο έσχιζε στα δυό τη νύχτα του κάμπου». Όπως και τότε λοιπόν – πάνω στη γάζα – η σκέψη μου κόλλησε σ' αυτές τις λέξεις και τις βασάνιζε. Παράξενοι συλλογισμοί και αξιώματα της λογικής μου υποβάλλανε πως, μια και το τραίνο έσχιζε στα δυό τη νύχτα, κάθετι που βρίσκονταν μέσα σ' αυτό πάθαινε το ίδιο, με αποτέλεσμα στο τέλος του διαδρόμου να αντικρίσω μια φριχτή σκηνή : όλο το wagon – restaurant σχισμένο στα δυο, γεμάτο ματωμένες σάρκες, σοβαρούς κυρίους κομμένους στα δυο, που ωστόσο επέμεναν να κόψουν στα δυο τη μερίδα, προσπαθώντας να γελάσουν.
Αν θέλω να σταματήσω αυτό το προχώρημα της σκέψης είναι γιατί κάθε σκέψη και αίσθημα που κάποτε δοκίμασα και με συγκλόνισε, τώρα το σιχαίνομαι και τ' αποστρέφομαι σαν κάτι ανεπανόρθωτα οικείο και ανυπόφορο. Τις αφήνω λοιπόν και μακραίνουν μέσα στο χρόνο σαν ξεχασμένες συνήθειες, σαν τη συνήθεια ας πούμε τη σχολική να πηγαίνω κάθε Κυριακή στην εκκλησία. Τώρα όταν περνώ έξω απ' αυτές τις αισθάνομαι φωτισμένες να λειτουργούν αδιάκοπα μια έκφραση της ζωής μας. Τις αισθάνομαι ξένες, πολύ ξένες, σαν το ανώνυμο πλήθος που τις γεμίζει. Οι περισσότερες είναι αλίμονο μέσα στο κέντρο της πόλης. Τις σκέψεις μου, τις δοσμένες, αυτές που κάποτε μ' εκφράσανε και τώρα δεν αναγνωρίζω, τις φοβάμαι απηχώντας συγγενικά αυτό το αίσθημα έξω από τις εκκλησιές. Διαισθάνομαι πως κάποτε ίσως με δυναστεύσουν αμείλικτα όλες μαζί, αναγκάζοντάς με να γυρίσω πίσω – άβουλος, απαράλλαχτα όπως στο μακρινό μέλλον θα ξαναμπώ σε εκκλησιά.
Προχθές, που έσιαζα τα συρτάρια στο γραφείο μου, βρήκα, με καθαρό και θαρρετό γράψιμο της εποχής που πήγαινα στο Γυμνάσιο, ένα τετράδιο με σημειώσεις. Ξεφυλλίζοντας σταμάτησα σε τρεις πυκνογραμμένες σελίδες. Ήταν οι μοναδικές που ξεχώριζαν εκεί μέσα γιατί ενώ όλο το τετράδιο ήταν γραμμένο με πράσινο μελάνι – το θυμάμαι ακόμα εκείνο το στυλό : δώρο γενεθλίων – αυτές οι σελίδες γράφτηκαν μ' ένα κόκκινο μολύβι, που όσο και να προσπάθησα δεν μπόρεσα να φέρω στη μνήμη μου. Επάνω – επάνω έγραφε : «Είναι ανυπόφοροι με τη στοργή και τα γνωρίσματά τους που είναι και δικά μου γνωρίσματα. Τώρα τους άφησα στο μέσα δωμάτιο, τόσο ήρεμους που με τρομάζουν. Έχω ένα δυνατό πόνο στο στήθος. Το μόνο που σκέφτομαι αυτή τη στιγμή είναι το όνομα της γιαγιάς μου. Πέθανε τυφλή μες στον πόλεμο, χωρίς να δει ποιοι νίκησαν. Τη λέγαν Ιφιγένεια. Αν είχα μια αδερφή θα της δίναν ίσως τα' όνομά της». Παρακάτω υπήρχε ένα σχετικά μεγάλο διάστημα, κάτι σαν παράγραφος, με ζωγραφισμένες δυο καρέκλες και μετά συνέχιζε : «Ιφιγένεια, ξέρεις ποιος είναι ο πατέρας μας ; είναι αρρενωπός με γκριζόασπρα μαλλιά και κανονικό ανάστημα. Συνήθως είναι κατσούφης μα κι όταν γελάει σε κάνει να νιώθεις μια παράξενη ενοχή καθώς γελάς μαζί του. Σα να μην πρέπει να γελάμε. Εδώ, σ' αυτή την πόλη με τη μεγάλη παραλία και τα κάστρα γνωρίστηκαν με τη μητέρα. Κάπου εκεί βρίσκεται η αρχή για μας. Δεν ξέρω κι εγώ πως ακριβώς αρχίζει η ζωή, πάντως, φαντάζομαι πως όλα γίνονται μέσα σε μια φοβερή υγρασία. Όσο σου μιλώ τόσο περισσότερο ανησυχώ αν με καταλαβαίνεις, αν ξέρεις τη γλώσσα, τη σημασία απ' τις λέξεις. Ας πούμε, ξέρεις τι σημαίνει υγρασία, τι είναι το λεξικό, ο πόνος, η κατηγορηματική μετοχή ; είναι φορές που τα χάνω και λέω να τα παρατήσω μαζί σου. Νιώθω να με συνέχει μια τάση επικίνδυνης κυριολεξίας. Τώρα το πρόβλημα της γλώσσας μου φάνηκε τόσο αξεπέραστο που θα σταματούσα αυτή την προσπάθεια επικοινωνίας. Σκέπτομαι όμως πως τα μωρά μιλάνε πάντα τη γλώσσα που τα απευθύνουν. Αν πάλι δεν τα μιλήσουν καθόλου, δε θα μιλήσουν κι αυτά ποτέ. Θα βγάζουν μόνο άναρθρες κραυγές ή ένα επίμονο κλάμα. Στη δικιά μας περίπτωση σου μιλώ εγώ και τώρα ξέρω πως με καταλαβαίνεις, έχεις μάθει τη γλώσσα μου.
Μέσα σε υγρασία λοιπόν δώσαμε τη μάχη. Πιστεύω εκεί, στο απόλυτο σκοτάδι, να πάλεψες με δύναμη μαζί μου. Το ξέρω γιατί ο αγώνας μας ήταν αγώνας ύπαρξης. Και σε νίκησα : η μητέρα γέννησε εμένα. Το χυμένο σπέρμα στον κόλπο της έγινε μάτια μόνο για μένα. Μ' αυτά είδα το φως και ξεχώρισα τα χρώματα. Τώρα είμαι δεκάξι χρονώ, νέος και δυνατός. Νιώθω να με κυριεύει η δύναμη να σε φέρω κοντά μου μες στο γαλάζιο του ουρανού.
Προτού συνεχίσω θέλω να ξαναγράψω τις τελευταίες φράσεις....
Μέσα σε υγρασία λοιπόν δώσαμε τη μάχη. Πιστεύω εκεί, στο απόλυτο σκοτάδι να πάλεψες με δύναμη μαζί μου. Το ξέρω γιατί ο αγώνας μας ήταν αγώνας ύπαρξης. Και με νίκησες : η μητέρα γέννησε εμένα. Το χυμένο σπέρμα στον κόλπο της έγινε μάτια μόνο για μένα. Μ' αυτά είδα το φως και ξεχώρισα τα χρώματα. Τώρα είμαι δεκάξι χρονώ, νέος κι ανήμπορος. Νιώθω να με κυριεύει ένας παράξενος φόβος. Θέλω να ρθώ πίσω, κοντά σου, στο βαθύ σκοτάδι της μήτρας.
Δεν ξέρω γιατί έγραψα δυο φορές ίσως το ίδιο νόημα. Ξέρω μόνο πως κρατάς τη μια άκρη του νήματος κι έχω στα χέρια μου την άλλη. Είναι ένας παράξενος δεσμός ο δικός μας. κάποιος θα δώσει το τέλος, τραβώντας πιο δυνατά. Αν ήμασταν αδέρφια θα κρατούσαμε κι οι δυο τη μέση στο νήμα. Και δε θα υπήρχε λύση....».
Όταν τέλειωσα με πλημμύρισε ένα κύμα γλυκερής αποστροφής. Το ξαναδιάβασα πιο προσεχτικά, βοηθώντας τη μνήμη μου, μα κάθε ανάγνωση με γέμιζε οίκτο και κατανόηση. Ακόμα ένα κείμενο ξένο σκεφτόμουν. Πως ήμουν αλήθεια τότε, με μια γνησιότητα και συνέπεια, μπερδεύοντας το μολύβι μου με κάτι φιλοσοφήματα, κάτι αισθήματα παράξενης αφέλειας. Μια αδερφή.... Μια «μεταφυσική» αδερφή. Αυτός ο χαρακτηρισμός μ' άρεζε τώρα, έπειτα από επτά σχεδόν χρόνια. Και πολύ της πήγαινε. Θυμήθηκα και τις καρέκλες στο περιθώριο. Τις ζωγράφισα γιατί ήμουν κουρασμένος. Οπωσδήποτε τώρα θα ζωγράφιζα ένα κρεβάτι και πάνω του μια αγαπημένη γυναίκα.
Σιγά – σιγά όμως, μ' αυτή την ανίκητη τάση που έχουμε όλοι να αφηνόμαστε, ξανάστησα μπροστά μου το όραμα μιας αδερφής. Μιας ύπαρξης γεμάτης παραδομό και θηλυκότητα. Θα ντύνονταν και θα γδύνονταν σ' ένα ακόμα δωμάτιο μες στο σπίτι. Στο δικό της δωμάτιο. Θα χαμογελούσε αφήνοντας το γνώριμο άρωμα της φρέσκιας σάρκας της. Θα' ταν μια παρήγορη άμβλυνση μέσα στους τοίχους. Το περίεργο όμως είναι πως δε θα την ήθελα ακριβώς σαν αδερφή μου...

Είναι νωρίς – απόγεμα καλοκαιριού. Η πολλή ζέστα έφερε δυνατή βροχή και χαλάζι και επιθύμησα τα χειμωνιάτικα ρούχα. Σακάκι και γραβάτα. Μια άλλη αίσθηση μετά τα χαλαρωμένα πουκάμισα. Απέναντι ακριβώς το σπίτι πότισε και μοιάζει να κλαίει μες στα νερά. Πισ' απ' τα τζάμια όμως διακρίνω γελαστές μορφές. Είναι κοπέλες, στο δεύτερο και στο τέταρτο πάτωμα. Γελάνε ασταμάτητα σαν κουρδισμένες κι όλο δείχνουν αυτούς που τρέχουν και γλιστρούν στο δρόμο.

Γονική Κατηγορία: ΠΕΖΟΓΡΑΦΙΑ