Καλώς ήρθατε ! Ορισμένες κατηγορίες περιεχομένων δεν λειτουργούν προσωρινά, ή δεν είναι "πλήρεις". Foreigners are kindly requested to click : "Translated" at the above table of contents.

Ο Παύλος και ο Βράχος

Στις παρυφές του Γράμμου, γύρω από το Άργος το Ορεστικό υπάρχουν όμορφα χωριά, που μερικά είχα την τύχη να γνωρίσω με φίλους που γεννήθηκαν εκεί και τα τιμούν καθώς τη μάνα τους και τον πατέρα τους, κι ίσως γι αυτό βλέπουν ακόμα όνειρα. Το Βογατσικό του Ζαμάνη, το Βράχο του Παύλου, τη Δαμασκηνιά του Λακάρα, το Καστανόφυτο του Μεσάικου κ.α. Εκεί δεν έχει μποτιλιαρίσματα, ούτε πισώπλατα καρφώματα, ούτε λυκοφιλίες.
Ένα βράδυ με τον Σάκη και τον Παύλο, που συζητούσαμε πάλι το.... αδιέξοδο, πιάσαμε στην κουβέντα και τους μακαρίτες. Κάνει την αρχή ο δεύτερος.
Λίγο προτού πεθάνει ο πατέρας, λέει : Παύλο, ξέρεις....εγώ θέλω να ' μαι ψηλά. Να αγναντεύω.... Η μάνα ωστόσο επέμενε. Τον θάψαμε εδώ, στο Άργος. Να μπορεί να του ανάβει το καντήλι. Δεν πέρασαν δύο μήνες τον βλέπω στον ύπνο μου ζορισμένο και σκονισμένο σε αυλή χωμάτινη, τριγύρω κάγκελα κι απ' έξω να περιφέρονται κάποιοι, σαν στρατιώτες, αξύριστοι, ξεσκούφωτοι με τα μπουφάν ξεκούμπωτα. Παύλο, πως βρέθηκα εγώ με δαύτους.... Το όνειρο το είδα αρκετές φορές, ώσπου διέκρινα το πρόσωπο και τα χαρακτηριστικά ενός λοχία. Είχε τα μαλλιά χωρίστρα με μπόλικη μπριγιαντίνη. Ο πατέρας φάνηκε να τον ήξερε από παλιά, απ' τον εμφύλιο. Μου είπε καθαρά και τ' όνομά του.... Σηκώνομαι και πάω στο νεκροταφείο. Μήπως είναι θαμμένος εδώ ο τάδε, ρωτάω. Είχαν περάσει χρόνια, δεν το βρίσκαν. Έλα σε μια βδομάδα, θα το ψάξουμε στο Δήμο. Πήγα σε δέκα μέρες και βεβαιώθηκα. Τα κόκκαλά του που τα έχετε, ρωτάω πάλι.... Τα πήρανε κάποιοι συγγενείς του έτσι κι έτσι, στα Γρεβενά. Το επόμενο Σαββατοκύριακο σηκώνομαι, παιδιά, και πάω Γρεβενά. Τους βρίσκω, παίρνω το θάρρος ζητάω να μου δείξουν μια φωτογραφία του. Και τον βλέπω ίδιο και απαράλλαχτο, όπως στο όνειρο, χωρίς στολή, με τη χωρίστρα και την μπριγιαντίνη και το βλέμμα απλανές....
......
Όταν ο ουρανός, τα μάτια, και τα λόγια είναι ξάστερα το παθαίνω κι αυτό.... Βγαίνω έξω.... Βράδυ προχωρημένο στο Βογατσικό, στα 800 μέτρα, απόλυτη σιωπή, μόνο τα αηδόνια στη χαράδρα. Είχε βρέξει από νωρίς και είχα μια καθαρή, κρυστάλλινη αίσθηση. Σήκωσα τα μάτια στο στερέωμα. Ξαναθυμήθηκα τον δικό μου πατέρα που, έτσι κι έφυγε, ερχότανε τα βράδια παραμονής Πρωτοχρονιάς και χτύπαγε την πόρτα, να τη σπάσει, να του ανοίξω να κόψει τη βασιλόπιτα.... Ώσπου το δώσαμε το σπίτι και από τότε φεύγω να μην ακούω γενικώς χτυπήματα. Κάπου διάβασα πως από τ' αστέρια, που βλέπουμε στις νύχτες των λογισμών μας, πολλά έχουνε σβήσει από χρόνια, αλλά το φως τους έρχεται ακόμα. Μυστήριο για μένα που δεν μπορώ τα μαθηματικά. Σε μια συνέντευξη, παλιά στο Ταχυδρόμο, είχα πει ότι ζούμε γιατί ο ήλιος καίγεται ακόμα.... Άναψα τότε μια μικρή μπάλα βαμβάκι, μουλιασμένη στο οινόπνευμα. Καίγονταν ένα δύο λεπτά ώσπου μαύρισε και σκόρπισε σε στάχτη. Ενώ ο ήλιος, επειδή είναι τεράστιος, καίγεται δισεκατομμύρια χρόνια κι εμείς επωφελούμαστε και (τάχα) ζούμε... Ένα αστέρι άρχισε να πέφτει. Κι έτσι που κι αυτό μάλλον πριν από χρόνια θα 'πεσε, απλώς εγώ, και όσοι άλλοι χαζεύουμε τη Νύχτα τώρα το βλέπαμε, πρόλαβα να κάνω μιαν ευχή. Και προφανώς την έκανα κι εγώ ετεροχρονισμένα, επί τη βάσει αυτών των νόμων του σύμπαντος, που δεν καταλαβαίνω. Έβλεπα μες στην αγκαλιά εκείνης της μεγάλης, της ουράνιας αρκούδας, την παιδική αγάπη μου να βγάζει τα άσπρα παιδικά καλτσάκια της, και αργά, με τελετουργικές κινήσεις, να φοράει τις μακριές, τις μαύρες κάλτσες της μητέρας. Και είπα στην ευχή μου... Όχι, ας γίνονταν, να μη φορέσει αυτές τις μαύρες κάλτσες.
Κάθομαι τώρα, ανήμπορος, και βλέπω στην οθόνη στο κομπιούτερ, κι έτσι που έχω ώρα να πατήσω κάποιο πλήκτρο, μου βγάζει αργόσυρτα μια φράση, που εγώ τη διάλεξα, για τέτοιες.... περι – πτώσεις : πριν μπείτε μέσα βεβαιωθείτε ότι είστε έξω !
Κι αναρωτιέμαι ποιος είμαι εγώ, ποια πόρτα έκλεισε και ποια πρέπει ν' ανοίξω.... Γιατί αισθάνομαι πως είμαι μέσα ενώ βρίσκομαι έξω; Γιατί και πότε πέφτουνε τα άστρα; Γιατί η τηλεόραση, κι όλοι αυτοί τρέχουνε πίσω απ' τους επώνυμους, και περιώνυμους να τους ρωτάνε τι κάνουνε, πως τρώνε και πλαγιάζουνε και τι καινούργιο μας ετοιμάζουν πάλι, και δεν παίρνουμε τα βουνά και τα νησιά να κουβεντιάσουμε με Παύλους και Βράχους.... Να πείσουμε, μες στ' όνειρο, τους γέρους να πλαγιάσουν πάλι τις γυναίκες τους, να μας γεννήσουν άλλη μια φορά. Αληθινούς....
Γιατί στον ύπνο μιλούν έτσι οι πεθαμένοι; Ποιος και για πότε προγραμμάτισε τον ήλιο να σβήσει; Πως μεταδόθηκαν στον Παύλο το όνομα και τα χαρακτηριστικά εκείνου του λοχία; Γιατί ενώ είναι πανσέληνος οι εφημερίδες γράφουνε, και μάλιστα στη δεύτερη σελίδα τους, σελήνη δεκατεσσάρων ημερών; Άραγε, θα προλάβει κανένας παραπληγικός σοφός, που έχει το συμβατικό (αν όχι και συμβολικό) όνομα Χόκινγκ, να μας τα εξηγήσει όλα αυτά μέσα απ' το μηχάνημα, αν και εφ' όσον κρατήσουν οι μπαταρίες του;
.....
Ξαναμπήκα μέσα.... Ρε Παύλο !...καλά εγώ...Αλλά εσύ, που έχεις θετικό μυαλό και είσαι και καθηγητής Μαθηματικών, τι εξήγηση δίνεις....
- "Εγώ ξέρω πως όταν κάνω την ανακομιδή του πατέρα, ζει - δε ζει η μάνα μου, θα πάρω τα κόκκαλά του να τα πάω ψηλά, στο Βράχο".


Να θυμηθείς να με καλέσεις, του είπα. Θέλω να 'ρθω κι εγώ.

                                                                                                             ( Περιοδικό «Επιλογές» - Σεπτέμβριος 1998 )

Γονική Κατηγορία: Περιεχομενα
Κατηγορία: Χρονογραφηματα