1990 - Αρτιμελής (;) κρίσις σε ένα ανάπηρο έργο

Αυτή η ηχογράφηση είναι προσωπική, με την έννοια ότι πρέπει να «ακουστεί» σα βοήθημα στα μέχρι τώρα γραψίματά μου, μόνο στη περίπτωση, που θα έχω χάσει αντικειμενικά τα λογικά μου ή θα έχω πεθάνει.
Προτού συνεχίσω, θέλω να διευκρινίσω ότι, σήμερα τουλάχιστο, πρόθεσή μου είναι να φωτίσω περισσότερο τα λιγοστά γραπτά μου που εκδόθηκαν, δηλαδή τις Σημειώσεις για την Ιφιγένεια και το Θάνατο του ζώου, ιδιαίτερα το πρώτο, κι αυτό γιατί διαισθάνομαι πως ίσως γράφω ιδιαίτερα «πυκνά» ή τελικά είμαι όντως «απροπόνητος», όπως μου παρατήρησε, μεταξύ τυρού και αχλαδίου, το περασμένο καλοκαίρι, στο Πήλιο, ο Γ.Π. Σαββίδης.
Ωστόσο, δε μπορώ να γνωρίζω από τώρα, αν αυτή η προσπάθεια θα εξελισσόταν σε ένα «άλλο» έργο, κάτι σαν Carnets...
Δεδομένου ότι η καταθλιπτική ρουτίνα του βιοπορισμού των τελευταίων χρόνων, ιδιαίτερα των ετών 1979-1986, σε συνδυασμό με την, διαπιστωμένη πια, ιδιότητά μου να μπορώ να εκφραστώ μόνο άμεσα και βιωματικά, δε μου δίνουν εύλογα τη δυνατότητα να γράφω συχνά, διακρίνω ήδη πως μια τέτοια απόπειρα, ίσως-κατά βάση, να αποτελεί ένα ερέθισμα στην έκφρασή μου, που μοιάζει νεκρωμένη. Θέλω να πω ότι, έχοντας πια την αυθυποβολή έστω, πως δεν μπορώ να λειτουργήσω «κατ' επιταγήν», μια - τέτοιας μορφής έκφραση, δήθεν ή πράγματι βοηθητική, αποτελεί ένα πλαίσιο στο οποίο δεν εναντιώνομαι εκφραστικά ή αισθητικά. Μοιάζει σα δόλωμα ή φόλα, κάτι σαν ορεκτικό, πριν από το «κυρίως πιάτο», θα ' λεγα ακόμα : σαν ένα είδος συνοικέσιου, που δεν αποκλείει ωστόσο την ελάχιστη - έστω, πιθανότητα να προκύψει στα συμβαλλόμενα μέρη ένας ξαφνικός και παράφορος έρωτας.
Την ίδια αίσθηση είχα και παλιότερα, πριν από ένα ή δύο χρόνια, όπου έχοντας ήδη διαγνώσει την αδυναμία μου να εκφράζομαι συχνά «ώσπερ οι κορυβαντιώντες και οι χρησμωδοί», φλερτάριζα με τη σκέψη να έγραφα «στα ψέματα», δηλαδή κάτι με τη μορφή ημερολογίου, ή απομνημονευμάτων. Θεωρώ, φαίνεται - από πείσμα ή άγνοια, πως το γράψιμο πρέπει να είναι άμεσο και εκστατικό, και οτιδήποτε άλλο είναι υποκατάστατο ή ανούσιο, παρ' όλο που γνωρίζω ότι οι μισοί συγγραφείς ή κριτικοί έχουν αντίθετη άποψη....
Ήδη όμως, με αυτήν την «εξομολόγηση», συνειδητοποιώ πως έχω μπει στο παιχνίδι, έστω με κάποιους όρους, που θεωρώ ή κολακεύομαι να πιστεύω ότι έχω θέσει. Μου 'ρχεται τώρα να γελάσω, καθώς η όλη ιστορία θυμίζει κάποια ανέκδοτα τύπου σόκιν της δεκαετίας του '70, όπου κάποιος – λέει, για να ερεθίζει την ιδιότροπη ερωμένη του και να τη φέρνει σε οργασμό, έπρεπε να μεταμφιέζεται, ας πούμε : πυροσβέστης, ή να δημιουργεί οπτικά και ακουστικά εφέ, σκηνοθετώντας μια καταιγίδα.... Κάπου εδώ, πρέπει να αρχίσω. Μπορεί να λείπουν ακόμα οι μπότες ή η περικεφαλαία (!), αλλά νομίζω πως υπάρχει άφθονο νερό και λάστιχο και σκάλα...

Coitus inter fameria

Γράφοντας την Ιφιγένεια στη δεκαετία 1960-70, είχα συνειδητοποιήσει από τα πρώτα χρόνια μερικά καθοριστικά σημεία, που φάνηκε πως αποτελούσαν μιαν ενότητα. Υπήρχαν λοιπόν τέσσερις, κατ' αρχήν, ερωτικές ιστορίες, στις οποίες η σχέση δεν ολοκληρωνόταν, είτε από πραγματική αντιστοιχία με εφηβικές εμπειρίες, είτε «ποιητική αδεία»... Αυτό μάλιστα είχε, κατά περίπτωση, και διαφορετική φόρτιση σαν αιτιολογία : στην πρώτη, ας πούμε, κυριαρχούσε, μέσα στην απειρία, η έκσταση και η πλατωνική θεώρηση της Ομορφιάς, που τάχα έπρεπε να φυλαχθεί ανέπαφη κι αμόλυντη, στη δεύτερη έλειπε πια η πρώτη λαχτάρα, χώρια που το φαγητό προσφερόταν στο πιάτο και η προσφορά καταντούσε μεγαλύτερη από τη ζήτηση, στην τρίτη συνυπήρχε η καταθλιπτική αίσθηση πως η ερωτική σύντροφος ήτανε μια κοινή γυναίκα, που την πλάγιαζε ο κάθε ένας που την «πλήρωνε» και στην άλλη δεν υπήρχε πια ούτε πάθος, ούτε κέφι : τα περισσότερα σμιξίματά μας ήτανε μουσκεμένα σε δακρυσμένες μνήμες... Κάπως έτσι - ερωτικά και συγκεχυμένα ήσαν τότε τα πρόσωπα και τα πράγματα, ώσπου ξεχώρισαν, μες στην καταγραφή τους, δύο πιο αξιοπρόσεκτα στοιχεία : το ένα ήταν το «Όνειρο». Όταν το είδα και αμέσως το κατέγραψα, το ίδιο απόγευμα, μονοκοπανιά, τίποτ' ακόμα δεν ήτανε συνειδητό. Λίγους μήνες αργότερα, ξεχώρισα μερικές αναλογίες : πως η γερασμένη και μάλλον άσχημη γυναίκα που με προκαλούσε, μέσα στο λεωφορείο, έφερνε, έμοιαζε δηλαδή, ανεπαίσθητα αλλά γι' αυτό επικίνδυνα, με όλες τις προηγούμενες ερωτικές μου μνήμες, σαν να ήταν, κατά κάποιο τρόπο, ο μέσος όρος τους. Η κατά τα άλλα τολμηρή χειρονομία της να χουφτώσει τα γεννητικά μου όργανα ( που τόσο θόρυβο προκάλεσε στο δικαστήριο της Χούντας ) είχε από την πρώτη στιγμή της καταγραφής της μια τραγική ερμηνεία : μια χειρονομία, κατ' εξοχήν ηδονική, μου προκαλούσε πόνο και αγωνία. Το σύμβολο ήταν απ' την αρχή καταληπτό και για μένα τον ίδιο. Δεν ήταν χάδι : ακινητοποιούσε, στην πηγή της, την ίδια τη δημιουργία. Λίγο αργότερα, μου δόθηκε, παρεπόμενα, μια πιο σφαιρική αναλογία : πως στη γυναικεία φόρμα, εκείνης τουλάχιστο της εποχής, είχα να κάνω με την ίδια τη ΖΩΗ... Η διαπίστωση πως τη Ζωή, την ίδια, δε μπόρεσα ή δε θέλησα να τη «βάλω από κάτω» και να την κάνω δική μου, μου έφερε πίκρα κι αργότερα κάποιο πανικό, πολύ περισσότερο που ερμηνεύοντας ο ίδιος τα σύμβολα του ονείρου, είδα πως η κατάντια μου καθοριζόταν πια στο να σμίξω «ντε και καλά» με μια γερασμένη έως άσχημη γυναικεία φόρμα, γιατί το Τέλος ήτανε πια κοντά και ήδη ένα μαύρο αμάξι, με περίεργα σήματα και σκαλίσματα, ήτανε έτοιμο να με πάρει οριστικά – και όχι, βέβαια, για να με οδηγήσει σε κάποιο τμήμα... Χαρακτηριστική είναι η αγωνία στη σκηνή, που τεντώνω τη φανέλα προς τους γυμνούς γοφούς μου, επιμένοντας πως δεν είμαι εντελώς γυμνός. Κοινός τόπος, πιστεύω, μια και κανένας δεν πιστεύει πως είναι εντελώς γυμνός ή έτοιμος για να τον πάρουν....
Εκείνη την εποχή, έσερνα ακόμα στα Νομικά, κάνοντας ό,τι πέρναγε απ' το μυαλό μου, ώστε να μην πάρω το πτυχίο... Έψαξα λοιπόν στο Ποινικό την ορολογία, στα λατινικά, βέβαια, του «μπατανά», όπως λέγαμε τότε με την παρέα, την εκσπερμάτωση ανάμεσα στα μπούτια, αυτό δηλαδή που έκαμνα, ουσιαστικά, με τη Ζωή, τόσα χρόνια : Coitus inter fameria. Μου άρεσε. Ήταν πιο εύηχο και είχε, επί πλέον, μια – ας το πούμε, επιστημονική σοβαροφάνεια. Για αρκετό καιρό, φλερτάριζα την εκδοχή να χρησιμοποιήσω τον όρο δημιουργικότερα, όσο κι αν αυτό έμοιαζε οξύμωρο... Λίγο αργότερα, έγινε «ορατό» το δεύτερο στοιχείο-σύμβολο : η σχέση μου με την πέμπτη κοπέλα, την ΙΦΙΓΕΝΕΙΑ. Από τη μια μεριά, ήτανε «αδερφή μου», από την άλλη όμως, το σμίξιμο μαζί της δεν ήτανε πια ένας μπατανάς, αλλά είχε προχωρήσει σε συναρπαστικά και τακτικά γαμήσια, μέσα σε μια αποθέωση ταύτισης, χωρίς καμιά αναστολή ή επιφύλαξη. Και από 'δω ακριβώς, ξεπρόβαλλε, σε λίγο καιρό, το «αντιλεγόμενο» σημείο : ότι η ηδονή και η πληρότητα, αλλά και η χαλάρωση, που συνοδεύανε αυτή τη σχέση, προέρχονταν από το σμίξιμο με την αδερφή μου. Αυτό κλοτσούσε κάπως ... όχι ηθικά, αλλά υπαρξιακά : το γεγονός, αυτό καθαυτό, πως η ολοκλήρωση και η χαρά προέρχονταν μόνο μέσα από μια, ουσιαστικά αυτοταύτιση, έστω μέθεξη, με μια – θηλυκή παραλλαγή του Εγώ.... Αυτό ξεχείλισε μέσα μου την άλλη πίκρα, της απομόνωσης και του απόλυτου κενού. Έχοντας πια εκφρασμένο αλλά και συνειδητοποιημένο το «στίγμα» μου, έμεινα για αρκετά χρόνια αδρανής με κάποια αμήχανη ωραιοπάθεια, θα έλεγα. Έμοιαζε, να χαιρόμουνα φιλάρεσκα, κάτω από ένα ιδιόρυθμο σύνδρομο κατοχής, ένα σπάνιο απόκτημα. Προσπάθειες για κάποια εξέλιξη, που κατά τον άλφα ή βήτα τρόπο ακολούθησαν, δε μπόρεσαν να ξεφύγουν από τα πλαίσια μιας «αστυνομικής», με έννοια ανάλογη των ομώνυμων αναγνωσμάτων, αγωνίας γύρω από τη λύση του πλέγματος : ήταν...πράγματι αδερφή μου αυτή η κοπέλα ; Πότε την είχε σπείρει ο Πατέρας...πότε χάθηκε; ποια σημάδια 'πάνω της ή πάνω μου, βεβαίωναν αυτό το δεσμό αίματος... Έφθανα μέχρι το σημείο εξασφάλισης μιας αντικειμενικής διάψευσης της ταυτότητας – της δικής της, πάντα.... Γραψίματα δύο-τριών μηνών, αν θυμάμαι καλά, προχώρησαν ακόμα και στη λύση της αυτοκτονίας, της αυτοκαταστροφής. Επικρατέστερη φόρμα, καταγραμμένη αλλά ακατέργαστη, σ' εκείνη την περίοδο, ήταν η εκδοχή μιας «εξαφάνισης», με τη μορφή ενός μακροβουτιού, απ' το οποίο δε βγήκα ποτέ, που θα τ' ακολουθούσε η μέθη του βυθού, με όλα τα παρεπόμενά της. Το σκηνικό, θυμάμαι, ήταν «δοτό», κάπου ανάμεσα Μηλίνας, όπως ήταν τότε – έρημη, και Μαύρης Πέτρας, στο Πήλιο, εκεί που ο Βαγγέλης ο Τσίτουρας (πως μου φαινόταν αλήθεια πως έμοιαζε του νόθου αδερφού των Καραμάζωφ;) δίπλωνε τις λιγοστές ομπρέλες, στην αμμουδιά, καθώς τα όνειρά μας, μια και τ' αδειάσαμε το τσίπουρο εκείνης της ημέρας ... είχα και άλλες δυσκολίες, καθαρά μορφολογικές. Σκεφτόμουν ν' αλλάξω την αφήγηση, που μέχρι τότε, ήταν σε πρώτο πρόσωπο και η δράση, όπως λένε στο μυθιστόρημα, από κει και πέρα, να εκφράζεται δια μέσου αλληλογραφίας με κάποιο φίλο, ονόματι Τομάζο, που έψαχνε τον «ήρωα» στα βαθιά νερά, διασταυρώνοντας τις τελευταίες πληροφορίες, πριν από την εξαφάνισή του, με κάποιους άλλους, που τον είχανε δει για τελευταία φορά στην ακτή.... Μεσολάβησε ένα μεγάλο κενό, που κατά καιρούς προσπάθησα να γεμίσω με ποιήματα, τα περισσότερα σημαδεμένα από το συμβατικό πλαίσιο : σπίτι-δουλειά-οικογένεια, όπως εκείνο, που κάπως ξεχωρίζω για την πρώτη ξαδέρφη της γυναίκας μου, τότε που θάψαμε τη γιαγιά τους.... Την τράνταζαν λυγμοί και μνήμες από γέλια. Τρίχες.. Έτρεμε από έρωτα, ωστόσο έβγαζε και τα νύχια της, όπως η γάτα. Έτσι την έκανα εξώφυλλο, μες στην ομίχλη ένα πρωί , επάνω στο Κουρί. Μετά, την χάρηκαν τραγουδιστές και ποδοσφαιριστές... Είχα κουραστεί. Σε μια στιγμή αδυναμίας, τώρα που ανέφερα «εξώφυλλο», πέταξα από πάνω μου μια επιλογή από τις μέχρι τότε σημειώσεις μου – ασύνδετα, προσπαθώντας να διώξω το «Κακό», καταπώς τρίζει μια πόρτα στο σκοτάδι και φοβάσαι να την ανοίξεις...Και έδωσα τον συμβατικό τίτλο «σημειώσεις» για την...Ιφιγένεια.
Εδώ θέλω να σταθώ, με δύο ερωτηματικά :
Γιατί άραγε εγώ, όπως και άλλοι, εκφραζόμαστε με σύμβολα ή, έστω, με λέξεις και φράσεις, που συνήθως λειτουργούν και κυριολεκτικά και μεταφορικά : η Γυναίκα που τελικά είναι η ίδια η Ζωή, το αστυνομικό αυτοκίνητο που είναι νεκροφόρα, το ότι επιμένουμε γυμνοί, ενώ τριγύρω μας υπάρχουν απλωμένα ρούχα, το συνταίριασμα με μια υποθετική αδερφή, που τελικά είναι μια παραλλαγή του εαυτού μας κλπ. κλπ
Άραγε είναι επαρκής η «απάντηση» του Σεφέρη κι αν σου μιλώ με παραμύθια και παραβολές, είναι γιατί η Φρίκη είναι βουβή, είναι αμίλητη και προχωράει...
Κι αυτό τελικά τι είναι : φόβος ή ύφος;
Το δεύτερο ερώτημα, κάπως πιο προσωπικό. Αφ' ής στιγμής, η εκφραστική μου μορφή χαρακτηρίζεται από αυτά τα σημάδια-σύμβολα, πως συμβαίνει να μην έχω επίγνωση, από την αρχή, τη στιγμή που γράφω, του τι κάνω και γιατί τα χρησιμοποιώ, αλλά ν' ανακαλύπτω τις όποιες διασυνδέσεις ή αναλογίες πολύ αργότερα, καμιά φορά, μετά από χρόνια, όπως λ.χ. συνέβη με το «Όνειρο»,  ή το ¨Ξημέρωμα"  ( πρώην : «καταλύτη της Ιφιγένειας» )  κ.α.
Ίσως, με πιο αναλυτικά παραδείγματα ή εφαρμογές, να αναφερθώ παρακάτω, επιχειρώντας μια επιλεκτική περιδιάβαση αυτών των κειμένων.

Η όποια συνέχεια – αν υπάρξει, θα επιβεβαιώσει ή θα αναιρέσει τα προηγούμενα, χωρίς αστυνομικές αγωνίες, χωρίς τη μέθη του Βυθού.... Ο ήρωας μάλλον δε κινδυνεύει. Βρίσκεται, δυστυχώς ακόμα, στα «πάνω νερά» ή για να χρησιμοποιήσω, εδώ πια, ένα στίχο από το Θάνατο του ζώου, δεν έχει βγει απ' τους ατμούς...

( Πλαταμώνας Πιερίας, Μεγάλη Παρασκευή του 1990 )

Γονική Κατηγορία: Περιεχομενα
Κατηγορία: Δοκιμια